
Ο Νικόλας Άσιμος αποτέλεσε την πιο ιδιόμορφη περίπτωση, ίσως, καλλιτέχνη. Αυτοδίδαχτος μουσικός, στιχουργός, θεατράνθρωπος, συγγραφέας και πάνω απ’ όλα ανεξάρτητος!
Τον Αύγουστο του 1949 γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη από γονείς Κοζανίτες ο Νικόλας Ασιμόπουλος. Τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στην Κοζάνη. Αν και δε διάβαζε σχεδόν ποτέ, η φιλομάθειά του ήταν τέτοια που όχι μόνο δεν έμενε πίσω στα μαθήματα, αλλά ήταν από τους καλύτερους μαθητές. Εκτός από αυτό, όμως, ήταν και πολύ περίεργος νέος, με ανήσυχο χαρακτήρα. «Μεγάλη αντιληπτική ικανότητα και πρόωρη ωριμότητα» ήταν το συμπέρασμα των καθηγητών του και των δικών του ανθρώπων. Βέβαια, ορισμένες φορές τους έκανε τη ζωή δύσκολη, με την οξεία κριτική του, χαρακτηριστικό γνώρισμα που είχε από τότε και τον ακολούθησε και σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Είχε πολλά ενδιαφέροντα ως νέος: διάβαζε πολλά εξωσχολικά βιβλία, ασχολούταν ενεργά με το θέατρο (ο μεγάλος έρωτας της ζωής του), έγραφε ποιήματα (κοινωνικά, ερωτικά) και έπαιζε ποδόσφαιρο (βρέθηκε κοντά στο να υπογράψει συμβόλαιο με την ομάδα της ιδιαίτερης πατρίδας του).
Τελικά το 1967, τη χρονιά της εγκαθίδρυσης της χούντας, περνάει στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης, έχοντας μάθει Λατινικά μόνος του. Κάπου εκεί αρχίζει να χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Άσιμος (όπως εξηγεί ο ίδιος με γιώτα και όχι άσημος με ήτα, που είναι επιθετικός προσδιορισμός και σημαίνει ασήμαντος). Παράλληλα αρχίζει να γίνεται γνωστός σε διάφορους κύκλους της Θεσσαλονίκης. Ασχολείται και πάλι με το θέατρο, αφού στο υπόγειο της Φιλοσοφικής μαζί με μερικούς ακόμα λάτρεις του θεάτρου ανεβάζουν πέντε παραστάσεις. Στο πρώτο του έτος ως φοιτητής αγοράζει την πρώτη του κιθάρα, την οποία είχε πάντα μαζί του. Μαζί με τους φίλους του τραγουδάνε σε ταβέρνες, ενώ παίζει ακόμα μουσική σε διάφορες μπουάτ και στο αναψυκτήριο του Λευκού Πύργου, καθώς και σε μερικά μαγαζιά. Ήταν φυσικά στο στόχαστρο της χούντας, κυρίως για τους ανατρεπτικούς στίχους των τραγουδιών του. Κυνηγήθηκε και χτυπήθηκε στα κρατητήρια της ασφάλειας Θεσσαλονίκης.
Το 1973 ασφυκτιώντας στο περιβάλλον της συντηρητικής πόλης στην οποία ζούσε, μαζεύει τα υπάρχοντά του και φτάνει στην Αθήνα. Φυσικά δεν ξεχνάει το θέατρο. Συμμετέχει σε ένα θεατρικό έργο στο θέατρο «Στοά», αλλά κυρίως ασχολείται με το θέατρο του δρόμου. Στα Εξάρχεια, όπου πέρασε τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής του έστηνε πολύ συχνά αυτοσχέδιες θεατρικές παραστάσεις, οι οποίες απαιτούσαν την αυθόρμητη συμμετοχή του κόσμου, που περνούσε από την πλατεία! Άλλωστε, ο Άσιμος πίστευε στην αυθόρμητη συμμετοχή του κόσμου, όχι μόνο όσον αφορά μια θεατρική παράσταση, αλλά και όσον αφορά τους θεσμούς και την κοινωνία γενικότερα. Έχοντας από μικρή ηλικία απορρίψει τους θεσμούς της σημερινής κοινωνίας, όπως η θρησκεία, ο γάμος, η θητεία στο στρατό, ο καταναλωτισμός και η ένταξη σε ομάδες (η κομματικοποίηση μετά τη χούντα είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις), ο Άσιμος χαρακτηρίστηκε ως αναρχικός. Τις ιδέες, όμως, των αναρχικών τις ξεπέρασε κι αυτές ο ίδιος ο Άσιμος, που δεν του άρεσε να του κολλάνε ταμπέλες. Ήταν ένας πραγματικός ανένταχτος, ασυμβίβαστος και αντισυμβατικός καλλιτέχνης και άνθρωπος. Ο δημοσιογράφος Γιώργος Αλλαμάνης θυμάται: «Σε σταμάταγε και σου έλεγε ‘‘Μην πατάς πάνω στις κάλτσες σου, είναι φριχτό αυτό που κάνεις’’. Ή φορούσε δύο γραβάτες και σου έλεγε ‘‘Εσύ φοράς μία γραβάτα. Εγώ φοράω δύο, είμαι δύο φορές πιο κύριος από σένα’’». Ο ηθοποιός Σάκης Μπουλάς λέει γι’ αυτόν: «Πίστευε ότι μια σύγκρουση μπορεί να φέρει αλλαγή προς το καλό. Έτσι την επιδίωκε ακόμα κι αν δεν υπήρχε λόγος.»
Τα χρόνια που ζούσε στα Εξάρχεια, ήταν τα πιο παραγωγικά της ζωής του. Σταθερή κατοικία δεν είχε. Συνήθως ζούσε σε ένα υπογειάκι, όταν δεν είχε χρήματα να νοικιάσει ένα χώρο να μείνει έκανε κατάληψη ή έμενε στο δρόμο. Από την αρχή της δεκαετίας του 70 είχε γράψει τραγούδια τα οποία προσπαθούσε να ηχογραφήσει. Οι δισκογραφικές εταιρείες αδιαφορούσαν για το υλικό του και έτσι ο Άσιμος δεν έχει άλλη λύση από το να ηχογραφεί τις κασέτες σε στούντιο φίλων του και μετά να τις πουλάει μόνος του σε διάφορα σημεία της Αθήνας (Προπύλαια, Πολυτεχνείο, Εξάρχεια, Μοναστηράκι, Λυκαβητός και έξω από συναυλιακούς χώρους). Είναι η εποχή που κάνει παρέα με καλλιτέχνες όπως ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Σάκης Μπουλάς, ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας και η Κατερίνα Γώγου. Μαζί τους τραγουδάει σε διάφορες μπουάτ. Το 1974 έρχεται η πρώτη συμμετοχή του στη δισκογραφία στο single Ρωμιός–Μηχανισμός, ενώ το 1976 αποκτάει μια κόρη από την «παράνομη» σχέση του με τη Λίλιαν Χαριτάκη. Την κόρη του την είχε πάντα μαζί του. Ο ραδιοφωνικός παραγωγός Θοδωρής Σαράντης θυμάται: «Είχε ένα κινούμενο μαγαζί (ενν. τις κασέτες) κι ένα κινούμενο μικρό παιδάκι, που ήταν η κόρη του, που την έσερνε μαζί του όπου πήγαινε». Ο Άσιμος την υπεραγαπούσε και γι’ αυτήν έγραψε το «Παπάκι», ένα μελαγχολικό νανούρισμα.
Το 1977 ο Άσιμος γνωρίζει το κακό πρόσωπο της ελληνικής μεταπολιτευτικής δημοκρατίας. Μαζί με άλλους 5 συγγραφείς και εκδότες φυλακίζεται ένα μήνα πριν τις εκλογές, με την αιτιολόγηση ότι επηρεάζουν τον κόσμο (!) Τελικά αποφυλακίζονται μετά από δύο μήνες και έπειτα από την παρέμβαση του Διονύση Σαββόπουλου. Την επόμενη χρονιά πηγαίνει στο στρατό, δεν έχει, όμως, κανένα σκοπό να υπηρετήσει. Τελικά καταφέρνει να πάρει απολυτήριο σχιζοειδούς ψυχώσεως. «Σχιζοφρενοβλαβίωση», που έλεγε κι ο Άσιμος. Το 1980-1981 έγραψε το βιβλίο «Αναζητώντας κροκανθρώπους». Κατά τον Άσιμο, οι κροκάνθρωποι ήταν οι διαφορετικοί, οι άνθρωποι σαν κι αυτόν. Αγνοί, πολύχρωμοι και πολυεπίπεδοι. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του πίστευε ότι ήταν ο αρχηγός τους. Τη διετία 1978-1979 ηχογραφεί τέσσερεις κασέτες. Εκτός από τους δικούς του στίχους θα μελοποιήσει μοναδικά το «Ουλαλούμ» του Γιάννη Σκαρίμπα. Το 1982 η εταιρεία ΜΙΝΟΣ αποφασίζει να κυκλοφορήσει ένα δίσκο του Άσιμου. Ο δίσκος λεγόταν «Ο ξαναπές» και είχε τη συμμετοχή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου και της Χαρούλας Αλεξίου. Έκανε αίσθηση και ανέδειξε τις δυνατότητες του Άσιμου. Όμως ο Άσιμος δεν έβγαλε άλλο δίσκο μέχρι το θάνατό του. Η αλήθεια είναι ότι οι σχέσεις του Νικόλα με τις δισκογραφικές εταιρείες ήταν πολύ άσχημες. Αφ’ ενός μεν γιατί οι δισκογραφικές είχαν περάσει στην εποχή του «εμπορικού» τραγουδιού, αφ’ εταίρου δε γιατί ο Άσιμος είχε δύσκολο χαρακτήρα, ήταν δύσκολο κάποιος να συνεργαστεί μαζί του. Ο Γιώργος Κορδέλλας αφηγείται: «Γίνεται μια σύσκεψη στη ΜΙΝΟΣ. Βλέπουνε το πρώτο εξώφυλλο που έφτιαξα. Ήταν ασπρόμαυρο. Μου λένε: ‘‘Τι είναι αυτό; Αυτό είναι σοβαρό! Λες κι είναι για τη Γαλάνη!...’’ Τέλος πάντων, δε βρήκαμε άκρη. Λίγες μέρες μετά έρχεται σπίτι μου ο Άσιμος. Μου λέει: ‘‘Έλα να δούμε τι θα κάνουμε. Μια μαλακία εξώφυλλο θέλουνε, μια μαλακία θα κάνουμε’’. Καθίσαμε επιτόπου και κάναμε κολάζ. Κόβαμε φωτογραφίες από περιοδικά. Βρήκαμε αυτό το άγαλμα, του βάλαμε το κεφάλι του Νικόλα. Βάλαμε κι εκείνο το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου. Το κείμενο του οπισθόφυλλου είναι γραμμένο στην IBM γραφομηχανή της Κατερίνας της Γώγου, δεν ήταν καν φωτοσύνθεση. Το κοιτάει: ‘‘Ωραίο...’’, λέει. Του λέω: ‘‘Σ’ αρέσει αυτό το πράγμα;’’, μου λέει: ‘‘Μ’ αρέσει’’. Του λέω: ‘‘Ε, πάρ’ το...’’».
Το 1983 ο Άσιμος ανοίγει ένα μαγαζάκι στα Εξάρχεια, στην Καλλιδρομίου, στο ύψος της Ζωοδόχου Πηγής. Ήταν και μαγαζί και σπίτι. Εκεί κοιμόταν, έγραφε τα τραγούδια του, πουλούσε κασέτες, βιβλία και διάφορα μπιχλιμπίδια, όπως χειροποίητα κοσμήματα, παιχνίδια, κεραμικά και άλλα μικροπράγματα. Ονόμαζε το χώρο αυτό «Χώρο προετοιμασίας». Προφανώς οι ιδέες της αυτοκτονίας είχαν ήδη αρχίσει να γυρίζουν στο μυαλό του. Το 1986-1987 θα κυκλοφορήσει άλλες τέσσερεις δικές του κασέτες. Η ψυχική του υγεία, όμως, δεν είναι σε καθόλου σταθερή κατάσταση. Ο Άσιμος αρχίζει να χάνει σιγά σιγά την επαφή με την πραγματικότητα. Το 1987 έρχεται το τελειωτικό χτύπημα. Ο Άσιμος κατηγορείται για το βιασμό μιας κοπέλας. Οι κατηγορίες ήταν υπερβολικές δεδομένου ότι η κοπέλα ήταν πρώην φίλη του Άσιμου. Μάλιστα ποτέ δεν αποδείχτηκε ο βιασμός. Όμως ο Άσιμος έχει απογοητευτεί πλήρως από την κοινωνία των ανθρώπων. Αηδιασμένος αποσύρεται στο υπογειάκι του και από τις 3 Μαρτίου 1988 αρχίζει να κρατάει ένα ιδιότυπο ημερολόγιο. Έψαχνε να βρει ένα λόγο για να ζήσει. Κάθε μέρα, όμως, σημείωνε στις σελίδες του ημερολογίου ένα Χ (δηλ. ότι δεν βρίσκει τίποτα ικανό να τον κρατήσει ζωντανό). Αυτό κράτησε 15 μέρες. Στις 17 Μαρτίου 1988, ο Νικόλας Άσιμος έγραψε ο ίδιος τον επίλογο της ζωής του, στην άκρη ενός σχοινιού στο υπογειάκι του. Το προηγούμενο βράδυ είχε τηλεφωνήσει σε διάφορους φίλους. Ο σκηνοθέτης Νίκος Ζερβός θυμάται: «Τη βραδιά πριν αυτοκτονήσει με είχε πάρει τηλέφωνο. Μου είπε ‘‘Νίκο Ζερβέ, η κατάρα του Τουτανχαμόν έχει πέσει επάνω μας''. Εγώ του είπα ‘‘Άσε με βρε Νικόλα να κοιμηθώ, πάρε με αύριο να μου τα πεις’’. Ήταν τρεις η ώρα όταν πήρε. Μου λέει ‘‘Άκου τι σου λέω, δε θα υπάρξει άλλη φορά’’. Που να φανταστώ ότι την άλλη μέρα θα τον βρίσκαμε κρεμασμένο;»
Ο Άσιμος είχε διαλέξει ο ίδιος το δρόμο του και την πορεία του από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή. Ακόμα κι ο θάνατός του, φαινομενικά προϊόν τρέλας, μάλλον ήταν τελικά προσχεδιασμένος από τον ίδιο πριν από χρόνια. Στο τραγούδι του «Βαρέθηκα» που βρίσκεται στο δίσκο «Ο ξαναπές» κάνεις σαφείς τις προθέσεις του: «Βαρέθηκα τη μίζερη μου φύση […] δεν με χωράει ο τόπος ρε παιδιά». Το ίδιο και στο νανούρισμα «Το παπάκι»: «Ίσως να ξανάρθεις όταν θα 'χω πια χαθεί / Κι ή θα με 'χουν θάψει, ή θα έχω μαραθεί.».
Μετά το θάνατό του, οι δισκογραφικές εταιρείες, που δεν ήθελαν ούτε να ακούν γι’ αυτόν όσο ήταν ζωντανός έσπευσαν να εκμεταλλευτούν το εμπορικό κομμάτι γύρω από το μύθο του Άσιμου. Έτσι κυκλοφόρησαν οι δίσκοι «Το φανάρι του Διογένη» (1989), «Στο φαλιμέντο του κόσμου», «Βιομηχανία του Πεζοδρομίου» (2002). Η Σωτηρία Λεονάρδου, που συμμετείχε στο δίσκο «Το φανάρι του Διογένη» κατήγγειλε πάντως, ότι ακόμα και μετά το θάνατό του, η δισκογραφική που κυκλοφόρησε το δίσκο, επενέβη στους στίχους του Άσιμου.
Θα ήταν καλύτερα να άφηνα τον ίδιο το Νικόλα Άσιμο να γράψει τον επίλογο:
«Όταν πλακώσει ο θάνατος αρχίζει η καταγραφή της ζωής. Κι έτσι κυκλοφορούν τα βιβλία. Το καλό με μένα αλλά και το ζόρι είναι που ξέρω συνειδητά το θάνατό μου και μαζί με την καταγραφή της πεθαμένης ζωής, μπορώ να καταγράφω και το θάνατο μου. Κάποτε θα με διαβάσεις ίσως, θα ακούσεις τα τραγούδια μου, θα με κατανοήσεις. Αλλά δε θα 'μαι εγώ πια. Θα 'ναι αυτή η μάσκα που φορούν στους πεθαμένους. Όσους τους χρησιμοποιούν μετά το θάνατό τους, όταν οι ίδιοι δεν υπάρχουν. Όσο υπήρχα με φοβόσουν. Όσο υπήρχα δε με άντεχες. Δεν είχες καν τη δύναμη να μείνεις ένα δευτερόλεπτο κοντά, άμα σου το ζητούσα. Θα προτιμούσα να μη με διάβαζες ποτέ. Είναι καλύτερο ν' αγοράσεις ή να κλέψεις ένα μπλουζάκι με την φάτσα μου επάνω τυπωμένη. Κι ας σου φαίνεται γελοίο. Κι ας μου φαίνεται γελοίο.
Θα μπορούσα να 'χα πράξει αλλιώς και να μην υπήρχε το χαμαλίκι. Αλλά το ξέρω τότε δε θα μπορούσα τίποτα να κάνω.
Γιατί δε θα ήμουνα εγώ.
Γιατί θα ήμουν σαν εσάς τους κάλπικους φονιάδες
Γιατί θα ήμουν σαν εσάς τους φοιτητές, τους κώλους και τους
χέστες
Γιατί θα ήμουνα και εγώ σαν τους αριστερούς, σαν τους
"αναρχικούς" και τα πρεζόνια.
Γιατί θα ρούφαγα ακόμα από τη μαμά και τον μπαμπά
Γιατί θα ρούφαγα τους γύρω
Γιατί στα λόγια θα 'μουνα ο πρώτος του χωριού ο
γκραντεπαναστάτης.
Γιατί θα ήμουν σαν και εσένα πούστη.
Γιατί θα ήμουν σαν και σένα φεμινίστρια κουφάλα
Γιατί θα τα θελα όλα και ‘γω δικά μου
Γιατί θα μ' ενδιέφερε να μη μου πέσει η μύτη
Γιατί θε να 'χα το 'να πόδι εδώ και τ’ άλλο απ' την άλλη
Γιατί στο πρώτο ζόρι θα ’χα να καταφύγω σ' αυτούς που μου 'ναι
ξένοι και δικοί.
Γιατί θα ήμουν κόσμος, κόσμος μες τον κοσμάκη
Γιατί δε θα ‘μουνα εγώ
Το προτιμώ το χαμαλίκι
Δεν έδωσα σε άλλον τα κλειδιά ούτε του σπιτιού μου ούτε της καρδιάς μου. Αρνήθηκες να τα πάρεις. Φοβήθηκες μήπως σου ξεκλειδώσω τη δική σου καρδιά.»
(Αποσπάσματα από το "Αναζητώντας κροκανθρώπους")






