Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

Ο Μ(Π)ΑΛΑΚ(Ι)ΑΣ - ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ SUPERLEAGUE (ανάθεμα το όνομα!)

Πάει κι αυτό… τελείωσε ακόμα ένα πρωτάθλημα που ξέραμε από την αρχή ποιος θα κερδίσει. Τελειώνουν και τα άχρηστα τα play offs. Και τώρα, έτσι για να βγούμε από τη μιζέρια του ελληνικού πρωταθλήματος, ας κάνουμε το εξής. Ας φανταστούμε ότι ο Πουρουπουπού Παύλος Παπαδημητρίου έχει καλέσει στην Α(θ)λητικη Κυριακή τους βασικούς πρωταγωνιστές του φετινού πρωταθλήματος και τους έχει όλους μαζί σε παράθυρα. Αυτά είναι γούστα!
Από τον πρωταθλητή Ολυμπιακό, ο πρόεδρος, αντιπρόεδρος, μέλος του ΔΣ, μεγαλομέτοχος, τεχνικός διευθυντής, προπονητής, πατέρας του Πετράκη, ο «είμαι τα πάντα» Σωκράτης Κόκκαλης (χοχοχο!) (ΚΟΚ).
Από τον Παναθηναϊκό, ο mr. MIG, ο «θέλω να βάλουμε χρήματα και να πάρουμε τρεις Πιζάρο (και πέντε Κορτέζ) αλλιώς φεύγω (και έφυγε!)» Ανδρέας Βγενόπουλος (ΒΓΕ).
Από την ΑΕΚ, ο μάγος με το ραβδί, ο πρίγκιπας που έγινε βάτραχος και ξανάγινε πρίγκιπας, ο Ντούσαν Μπά(γ)εβιτς (τι τέλετε κύριε;) (ΜΠΑ).
Από τον ΠΑΟΚ, ο αθλητής που ήρθε για επαγγελματική πυγμαχία και τον έβαλαν κατά λάθος στο ποδοσφαιρικό τμήμα, ο Πάμπλο Γκαρσία (ΓΚΑ).
Κι ακόμα… Τηλεφωνικές παρεμβάσεις από Νικόλα Αλέφαντο (ΑΛΕ), Γιώργο Μίνο (ΜΙΝ), Αντώνη Αντωνιάδη (ΑΝΤ) και Δημήτρη Χατζηχρήστο (ΧΑΤΖ).
Συντονιστής, φυσικά, ο Πουρουπουπού (ΠΟΥ) και σε ένα παράθυρο η Αννούλα η Καραμανλή, η οποία φυσικά δε θα ανοίξει το στοματάκι της παρά μόνο για να διαβάσει τους πίνακες της βαθμολογίας και των σκόρερ. Αυτό μπορεί, αυτό κάνει… Κάνουμε skip τις βαρετές καλησπέρες και περνάμε στο ψητό.

ΠΟΥ: Κύριε Κόκκαλη, για μια ακόμα χρονιά ο Ολυμπιακός πήρε το πρωτάθλημα.
ΚΟΚ: Ε βέβαια κύριε Παπαδημητρίου. Αφού είμαστε η καλύτερη ομάδα! Χοχοχο! Ποιος θα μας χτυπήσει; Ο Παναθηναϊκός με τον Τεν Τεν για προπονητή; Χοχοχο! Ή μήπως η ΑΕΚ; Ας γελάσω! Χοχοχο! Μαζευτήκανε τέσσερεις στον Παναθηναϊκό και πάλι δεν μπορούν να με χτυπήσουν. Αυτοί είναι πολυμετοχικοί κι εγώ είμαι πολυτροπαιούχος! Χοχοχο!
ΠΟΥ: Πάντως, κύριε Κόκκαλη, υπήρξαν αντιδράσεις για την απόλυση Βαλβέρδε.
ΚΟΚ: Ο Βαλβέρδε έκανε ένα τρομερό λάθος κύριε Παπαδημητρίου. Τόλμησε να μη μου απαντήσει κατευθείαν στην πρόταση για την ανανέωση της συνεργασίας μας. Μα τα κάνεις αυτά στον Κόκκαλη; Χοχοχο!
ΠΟΥ: Τελικά θα είναι καινούριος προπονητής ο Κετσπάγια. Όμως ο κόσμος δεν τον θέλει.
ΚΟΚ: Κύριε Παπαδημητρίου, θα σας πω το εξής. Εγώ ως πρόεδρος της ομάδας άκουσα τη συμβουλή του ΔΣ και στο τέλος έκανα ό,τι ήθελα εγώ. Όσο για το τι θέλει ο κόσμος και τι όχι ένα μόνο έχω να πω. Εγώ σέβομαι τον κόσμο του Ολυμπιακού… Χοχοχο!

ΠΟΥ: Κύριε Βγενόπουλε, να περάσω σ’ εσάς. Για μια ακόμη χρονιά ο Παναθηναϊκός έμεινε χωρίς κούπα. Τι πρέπει να γίνει για να πάρει ο Παναθηναϊκός το πρωτάθλημα;
ΚΟΚ: Χοχοχο!!!
ΠΟΥ: Κύριε Κόκκαλη, σας παρακαλώ, μη διακόπτετε…
ΒΓΕ: Δεν πειράζει κύριε Παπαδημητρίου. Τώρα θα τον μάθουμε τον Κόκκαλη; Καταρχάς διαμαρτύρομαι γιατί νόμιζα ήρθαμε να μιλήσουμε για την Ολυμπιακή και τώρα μιλάμε για τον Ολυμπιακό. Πάντως για να σας απαντήσω, ο Παναθηναϊκός θα πάρει το πρωτάθλημα όταν αποφασίσουμε να βάλουμε λεφτά. Πρέπει να πάρουμε τρεις Πιζάρο. Ή τουλάχιστον να πάρουμε τον έναν που υπάρχει και να τον κλωνοποιήσουμε.
ΠΟΥ: Δηλαδή πόσα χρήματα θα βάλετε;
ΒΓΕ: Αν ήταν στο χέρι μου, κύριε Παπαδημητρίου, θα έβαζα όλο το χρηματοκιβώτιο της MIG.
ΠΟΥ: Γιατί απέτυχε φέτος ο Παναθηναϊκός;
ΒΓΕ: Τα έχουμε ξαναπεί αυτά, κύριε Παπαδημητρίου. Οι παίκτες μας είναι βεντέτες. Όπως λέει και ο προπονητής μας, είναι μπαλαρίνες.
ΚΟΚ: Χοχοχο!
ΒΓΕ: Γιατί γελάτε τώρα κύριε Κόκκαλη; Για πείτε μας κι εμάς!
ΚΟΚ: Προσπαθώ να φανταστώ το Σαριέγκι και τον Καραγκούνη ντυμένους μπαλαρίνες. Χοχοχο!

ΠΟΥ: Κύριε Μπάγεβιτς, η ΑΕΚ παρουσιάστηκε βελτιωμένη στα play off. Τι προσθήκες χρειάζεται για να παρουσιαστεί πιο δυνατή του χρόνου;
ΜΠΑ: Κάτε φορά τα με ρωτάτε τα ίντια και τα ίντια. Ντεν είναι ερωτήσεις αυτές. Τα σας απαντήσω στο τέλος της κρονιάς.
ΠΟΥ: Μα η χρονιά μόλις τελείωσε…
ΜΠΑ: Ε τι τέλετε να κάνουμε τότε; Ντεν έχει σημασία. Τα σας απαντήσω στο τέλος της επόμενης κρονιάς.
ΠΟΥ: Θα μας πείτε κάτι για τις κόντρες που υπάρχουν στα αποδυτήρια της ΑΕΚ;
ΜΠΑ: Αυτά τα λέτε εσείς οι ντημοσιογκράφοι. Τι τέλετε τώρα να σας πει Μπάεβιτς;
ΠΟΥ: Πείτε μας τουλάχιστον για τη σχέση σας με τον κόσμο της ΑΕΚ.
ΜΠΑ: Κύριε Παπαντημητρίου είστε απαράντεκτος. Ντηλαντί τώρα τι να σας πω; Φεύγκει Ντούσαν από ΑΕΚ, φταίει Ντούσαν. Γυρίζει Ντούσαν, πάλι Ντούσαν φταίει! Ε πως γκίνεται αυτό; (ή όπως θα έλεγε ο Πατρίκ ο Ογκουνσότο: Πως γένεν άτο; Σήμερα ίζολ ντώσα πενάλτυ!)

ΠΟΥ: Κύριε Γκαρσία, πως σας φάνηκε η εμπειρία του ελληνικού πρωταθλήματος;
ΓΚΑ: Si, εδώ στο Grecia πολύ ωραία, έχει καλούς παίκτες και παίζουν δυνατά! Εγώ θέλω να μείνω Grecia para siempre.
ΠΟΥ: Ακούγεται πολύ έντονα, όμως, ότι ίσως να φύγετε.
ΓΚΑ: Que pasa? Noooooo! Εγώ δεν φεύγω ακόμα. Έχω muchos αντιπάλους ακόμα να δείρω. Μόνο Diogo και Simao δηλαδή; No Garcia, no party!
ΠΟΥ: Τι περιμένετε από την επόμενη χρονιά;
ΓΚΑ: Περιμένω presidente να φέρει σε club το Ραφίκ Τζιμπούρ. Να δώσουμε ένα φιλανθρωπικό αγώνα πυγμαχίας σε γήπεδο Τούμπας. Κάθε Κυριακή θα έχουμε θέαμα, senior Papadimitriou.
ΠΟΥ: Η Θεσσαλονίκη πως σας φαίνεται;
ΓΚΑ: Aaaa… me gustas Thessaloniki. Frapes, jalara, PAOK, Pablo Garcia, ξύλο!
ΠΟΥ: Ήσασταν πάντα τόσο σκληρός;
ΓΚΑ: Σκληρός εγώ; No! Όταν ήμουν μικρός με λέγανε Pablito…

ΠΟΥ: Έχουμε όμως μια τηλεφωνική παρέμβαση από τον Νίκο τον Αλέφαντο…
ΚΟΚ: Χοχοχο! Γεια σου Νικόλα!
ΑΛΕ: Γεια σου λεβέντη πρόεδρε, κολώνα μας! Τιτανομεγιστοτεράστιε! Ομαδάρα ο Ολυμπιακός μας! Έλα ρε Παπαγεωργίου!
ΠΟΥ: Παπαδημητρίου, κύριε Αλέφαντε…
ΑΛΕ: Έλα ρε πες το κι έτσι! Άντε τώρα λιγούρι κι εσύ… που σε είχα στα γόνατά μου και σε τάιζα κεφτέδες, τα ξέχασες; Τότε που μάθαινα δίπλα στον Χάπελ ήταν! Τι να λέμε τώρα, το ‘να τ’ άλλο ξέρω ‘γω; Άκουσε εδώ εμένα! Εγώ θα σου πω τα πάντα όλα. Καλά έκανε η προεδράρα μας και τον έδιωξε τον Βαλβίδα! Απέλαση ρε! Όλοι! Αυτός ρε έπαιζε 4-4-2 με έναν επιθετικό, τι να λέμε τώρα; Σύστημα Μαυρομάτη (και γκολλλλλ!) Και κρατάει τον άλλο τον Άγγλο τον Ντερμπικάουντι τον παιχτά που έφερε ο πρόεδρός μας στον πάγκο… Και ο άλλος ο Χενγκάτε… που μου βάζει το Σαλπιρίδη, Λυπηρίδη, πως τον λένε πάνω στη γραμμή λες και είναι ο Ρόντεν ο Ολλανδός; Απέλαση κι αυτός! Το μπουκαδόρο πάνω στη γραμμή του αράουτ; Και φωτιά να πιάσει η γραμμή του αράουτ ο Τρομπονίδης εκεί. Δε φεύγει από τη γραμμή ούτε με αίτηση! Έγκλημα! Τα πάντα όλα θα πούμε τώρα! Έχουμε και τον ΠΑΟΚ με το Σάντο… Πορτογάλος προπονητής που ακούστηκε; Μόνο ο Μπουρίνιο υπάρχει! Ένα ντέρμπι δεν πήρε ο ΠΑΟΚ. Μόνο το Λεβαδιακό και το Θρασύβουλα κερδάει!
ΜΠΑ: Κύριε Παπαντημητρίου, αν Αλέφαντος πει κάτι γκια μένα εγκώ αποκωρώ!
ΑΛΕ: Σώπα! Μίλησε και το πριγκιπόπουλο που ‘χει καταπιεί το μπαστούνι του! Άκουσε να δεις Καραδημητρίου. Ο Μπάγεβιτς έχει μαζί του κι ένα ξυπνητήρι στον πάγκο και το βάζει να βαράει κάθε δέκα λεφτά, μην κοιμηθεί. Τι να λέμε τώρα; Τα πάντα όλα, το ‘να τ’ άλλο ξέρω ‘γω… Άντε που τον κάνατε και ήρωα τον Μπάγεβιτς τώρα.
ΜΠΑ: Τελείωσε! Εγκώ αποκωρώ! Ντεν είναι εκπομπή αυτή!

ΠΟΥ: Κύριε Μπάγεβιτς, πριν φύγετε να ακούσουμε τον κύριο Χατζηχρήστο…
ΜΠΑ: Τώρα μάλιστα…
ΧΑΤΖ: Ακούστε. Για μας δεν υπάρχει προπονητής Μπάγεβιτς. Εμείς βλέπουμε στον πάγκο μόνο το Μανωλά και τον Γεωργαμλή και στηρίζουμε την ομάδα. Αλλά δεν υπάρχει Μπάγεβιτς για μας.
ΜΠΑ: Κύριε Παπαντημητρίου, τι λέει ο άντρωπος; Είναι τρελός; Είναι ντυνατόν να μη με βλέπει στον πάγκο; Είμαι και ψηλός 1.90!
ΠΟΥ: Πάντως κύριε Χατζηχρήστο, ο κύριος Μπάγεβιτς έχει κάνει πολύ καλύτερη δουλειά από τον κύριο Δώνη.
ΧΑΤΖ: Για εμάς δεν υπάρχει ούτε προπονητής Δώνης. Τον έφερε στην ομάδα απ’ ότι θυμάμαι ένας κοντός, που επίσης δεν υπάρχει για εμάς.
ΜΠΑ: Αυτό συμφωνώ κι εγκώ κύριε Παπαντημητρίου… Ντέμης πολύ κοντός. Μόνο με προπονητή Μπάεβιτς έπαιρνε κεφαλιές! Αλλά ντεν καταλαβαίνω, κύριος Χατζηκρήστος ντεν βλέπει κανέναν. Τότε γκια τι ήρτε να μας μιλήσει; Γκια Eurovision; Ντιαμαρτύρομαι!

ΠΟΥ: Να ακούσουμε και τον κύριο Αντωνιάδη…
ΑΝΤ: Καλησπέρα σας. Εγώ θυμάμαι την εποχή του Γουέμπλεϊ και μου σηκώνεται η τρίχα. Θυμάμαι είχα βάλει 30 γκολ σε μια χρονιά, πίσω από μένα έπαιζε ο Μίμης ο Δομάζος που έκανε φοβερές πάσες, είχαμε στην άμυνα τον Αριστείδη τον Καμάρα, τον Άνθιμο τον Καψή, είχαμε τον Ελευθεράκη, τον Τότη το Φυλακούρη, στο τέρμα τον Οικονομόπουλο και προπονητή το μεγάλο Πούσκας… Στην Ευρώπη είχα βάλει 10 γκολ, νομίζω τα 9 με το κεφάλι… Ήταν όμορφες εποχές, σας ευχαριστώ πολύ που μου τις θυμίσατε… Σαν εκείνη τη γενιά δε θα βγει καμία, κύριε Παπαδημητρίου! Ήμασταν οι καλυτεροι. Να με φωνάξετε κάποια στιγμή να σας πω και για τον ΠΣΑΠ.

ΠΟΥ: Ο λόγος στον ανταποκριτή μας από τη Θεσσαλονίκη, το Γιώργο Μίνο.
ΜΙΝ: Ναι, εγώ θέλω να πω ο ΠΑΟΚ, το πρωτάθλημα τελείωσε ο ΠΑΟΚ ήταν δεύτερος αλλά μετά play off όλοι είπαν είναι άχρηστα και τώρα ο ΠΑΟΚ τέταρτος. Ο ΠΑΟΚ, φοβερός ο λαός του ΠΑΟΚ, γέμισε σε κάθε ματς το γήπεδο του ΠΑΟΚ γιατί πάνω απ’ όλα ο ΠΑΟΚ. Ο ΠΑΟΚ σφάχτηκε από διαιτητές, σφαγέας του ΠΑΟΚ ο Κάκος, δεν μπορεί να τα κάνει αυτά στον ΠΑΟΚ, κάθε φορά που παίζει ματς του ΠΑΟΚ αποβάλλει παίκτη του ΠΑΟΚ. Ο ΠΑΟΚ έκανε φοβερή χρονιά, ο Θόδωρος Ζαγοράκης, πρόεδρος του ΠΑΟΚ, έκανε τα πάντα για να είναι ο ΠΑΟΚ στην κορυφή. Ο ΠΑΟΚ του χρόνου πάει για πρωτάθλημα όπως είπε ο προπονητής του ΠΑΟΚ, ο Σάντος. ΠΑΟΚ! Πιάσε άλλο ένα red label! Ο ΠΑΟΚ……


Για τους παραπάνω λόγους, κάθε χρόνο μια Τετάρτη στα τέλη Μαΐου θα καθόμαστε μπροστά από τις τηλεοράσεις μας και θα βλέπουμε ψιλο-ουδέτεροι ένα συγκεκριμένο παιχνίδι. Και λέω ουδέτεροι γιατί αποκλείεται να δούμε κάποτε μια ελληνική ομάδα να παίζει σ’ αυτό το παιχνίδι. Αυτό το παιχνίδι, είναι ο τελικός του champions league. Ο λόγος που δε θα είμαστε εντελώς ουδέτεροι είναι γιατί όλο και κάποια από τις μεγάλες ευρωπαϊκές ομάδες υποστηρίζουμε όλοι μας. Έτσι είναι, αναλογικά πάει. Όπως ο κάτοικος της Άνω Κατοκοπιάς υποστηρίζει τον Απόλλωνα Άνω Κατοκοπιάς, αλλά από τις μεγάλες ομάδες Ολυμπιακό, Παναθηναϊκό, ΑΕΚ, ΠΑΟΚ, έτσι κι ο Έλληνας υποστηρίζει πχ. την ΑΕΚ, αλλά από τις μεγάλες ομάδες την Μπαρτσελόνα, τη Λίβερπουλ, τη Γιουβέντους…

Άντε γειά μας και χαρά μας. Από Αύγουστο Σεπτέμβρη πάλι εδώ είμαστε… (χοχοχο!)

Τετάρτη 13 Μαΐου 2009

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ – ΑΦΟΥ ΔΕ ΜΕΓΑΛΩΣΕΣ ΚΑΛΑ ΝΑ ΠΑΘΕΙΣ!

Βλέποντας το χθεσινό επεισόδιο του Λάκη Λαζόπουλου, είδα με έκπληξη και θυμό την ομιλία του «μπουμπούκου» Άδωνη Γεωργιάδη στη βουλή, κατά τη διάρκεια της συζήτησης για την παιδεία. Ο Γεωργιάδης, λοιπόν, όπως και το υπόλοιπο ΛΑ.Ο.Σ. φαντάζομαι, θεωρεί πως τα επεισόδια του Δεκεμβρίου, μετά το θάνατο του μικρού Αλέξη έγιναν από κάποιους που απλώς «έκαναν την πλάκα τους». Μάλιστα… Αν είναι έτσι τα πράγματα, το πρώτο που μπορώ να παρατηρήσω είναι ότι στο ΛΑ.Ο.Σ. δεν έχουν καθόλου χιούμορ. Γιατί τότε που όλου όλα αυτά γίνονταν για την πλάκα ορισμένων, οι βουλευτές του ΛΑ.Ο.Σ. όχι μόνο δε γέλασαν με το αστειάκι, αλλά κατηγορούσαν τους συναδέλφους τους ενός άλλου κόμματος για παρακίνηση των επεισοδίων και για υπόθαλψη εγκληματιών. Τότε ήταν εγκληματίες. Σήμερα, 5 μόλις μήνες μετά, είναι μια χούφτα πλακατζήδες.
Ωστόσο το θέμα δεν είναι απαραίτητα ο «μπουμπούκος» και ο κάθε μπουμπούκος. Το θέμα είναι, κατά τη γνώμη μου, η κατ’ ευφημισμών συζήτηση για την παιδεία στη βουλή. Πως είναι δυνατόν αυτοί που έχουν φέρει την παιδεία σε οριακές καταστάσεις να συζητούν για το καλό της και για το μέλλον των παιδιών; Η όλη ιστορία ξεκίνησε από την εξέγερση του Δεκέμβρη, που αμαυρώθηκε από κάποιους κουκουλοφόρους, για χάρη των οποίων (και με τις ευλογίες των ΜΜΕ) έφτασε να ξεχαστεί ο πραγματικός λόγος της εξέγερσης, που δεν ήταν άλλος από την τραγική εικόνα της ελληνικής παιδείας, με ό,τι μπορεί να περιέχει ο όρος παιδεία. Η καταδίκη των επεισοδίων έρχεται σχεδόν αυθόρμητα στον καθένα μας. Η βία είναι αποκρουστική, από όποια μεριά κι αν προέρχεται. Σε συζητήσεις που γίνονται σε καφετέριες και σε πλατείες διαπιστώνεις, όμως, ότι ο κόσμος θεωρεί πιο έντιμους τους κουκουλοφόρους από τους βουλευτές. Και αν καταδικάζει τα τερτίπια των κουκουλοφόρων, τότε τι πρέπει να κάνει με τους βουλευτές; Να τους σταυρώσει;
Πως έχουν το δικαίωμα οι 300 εν λόγω κύριοι (και κυρίες βεβαίως βεβαίως) να ανοίγουν διάλογο για την παιδεία; Τη στιγμή που καταδικάζουν την κουκούλα, ως παράνομη με ιδιώνυμο, με νόμο του κράτους, την ίδια στιγμή οι ίδιοι κουκουλώνουν υποθέσεις διαφθοράς και μαφιόζικου ξεπλύματος χρήματος. Πως περιμένουν, λοιπόν, η ελληνική κοινωνία να τους πάρει στα σοβαρά και να ακούσει τις απόψεις τους περί παιδείας, τη στιγμή που οι ίδιοι δίνουν το παράδειγμα στους νέους; Το παράδειγμα του πως κανείς δεν μπορεί να πάει μπροστά σ’ αυτή τη ζωή αν δεν είναι λαμόγιο. Το παράδειγμα πως κανείς δεν υπάρχει στην πολιτική ζωή του τόπου χωρίς το ρουσφέτι, το οποίο από το 1830 ακόμα είναι η βασική δομή σύστασης και οικοδόμησης του ελληνικού κράτους. Το παράδειγμα ότι όποιος γίνεται υπουργός (ή κατ’ επέκταση άτομο σε δημόσια θέση με υψηλό δείκτη ευθύνης) έχει το εθιμικό δικαίωμα της μίζας. Το παράδειγμα το έδωσε ο ίδιος ο Παυλίδης λέγοντας «Όχι, κύριοι, δεν παραιτούμαι…εδώ μέσα γνωριζόμαστε, ξέρουμε ο ένας τον άλλο» εννοώντας πως από όλους αυτούς είναι ίσως ο λιγότερο ένοχος και πως θα έπρεπε να παραιτηθούν άλλοι πριν από αυτόν, ως περισσότερο ένοχοι.
Πως έχουν το δικαίωμα οι 300 της βουλής να συζητούν για την παιδεία, τη στιγμή που όλοι ξέρουμε πολύ καλά ποιο είναι το πρόβλημα. Και το ξέρουμε εδώ και πολλά χρόνια. Και δεν ξεγελιόμαστε πλέον…Κάθε χώρα διαλέγει την πολιτική της. Άλλες δίνουν προτεραιότητα στον άνθρωπο, άλλες δίνουν προτεραιότητα σε κάποια πράγματα περισσότερο πολύπλοκα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι στρατιωτικοί εξοπλισμοί και οι τεράστιες μίζες που προέρχονται από αυτούς τους εξοπλισμούς. Το υπουργείο άμυνας είναι η χαρά του μιζαδόρου. Και η Ελλάδα κατάντησε να έχει μεγαλύτερες στρατιωτικές δαπάνες σχεδόν από όλα τα κράτη της Ευρώπης (μιλάω για ποσοστό επί του συνολικού ετήσιου προϋπολογισμού). Και παράλληλα, αφού αυτά τα δύο είναι συγκοινωνούντα δοχεία, κατάντησε να έχει τις λιγότερες δαπάνες από κάθε άλλο ευρωπαϊκό κράτος για την παιδεία (και πάλι ποσοστό επί του συνολικού ετήσιου προϋπολογισμού). Το ότι ακόμα και κάποιες αφρικανικές χώρες μας ξεπερνούν στη σχετική λίστα, έρχεται απλώς για να σε κάνει να αναρωτιέσαι αν πρέπει να γελάσεις ή να κλάψεις.
Πως τολμούν, τέλος, οι βουλευτές να ξεκινούν έναν τέτοιο διάλογο, ουσιαστικά μόνοι τους; Απουσία των υπολοίπων φορέων που ενδιαφέρονται για την παιδεία…Απουσία σε τελική ανάλυση της ίδιας της νεολαίας; Οι μεν φορείς είναι τεχνηέντως αποκλεισμένοι από τον διάλογο (ας τον πούμε έτσι για να μην τους κακοκαρδίσουμε), οι δε νέοι έχουν γυρίσει τις πλάτες τους σ’ αυτούς που νιώθουν πως τόσα χρόνια τους κοροϊδεύουν και παίζουν μικροπολιτικά παιχνίδια στην πλάτη τους. Και δικαίως τους περιφρονούν! Οι νέοι δεν είναι ηλίθιοι. Είναι το πιο παραγωγικό και πιο δημιουργικό κομμάτι της κοινωνίας. Δεν είναι δυνατόν να ξεγελαστούν (στο μεγαλύτερο ποσοστό τους) από τους σαλτιμπάγκους με τις γραβάτες. Ξέρουν ότι όσες γραβάτες κι αν φορέσουν, όσα σοβαροφανή λόγια κι αν πουν, θα είναι μια ζωή κλόουν.
Δυστυχώς, όμως, και η εξουσία έχει εκπαιδευτεί από τις μάχες των δρόμων. Έχει καταλάβει ότι εκεί θα ηττηθεί και ψάχνει νέες μορφές υποδούλωσης και καταναγκασμού. Όλη αυτή η συζήτηση για την παιδεία δε γίνεται για να λυθεί το πρόβλημα, αλλά για να κουκουλωθεί, όπως κουκουλώνονται εν τέλει τα πάντα σ’ αυτήν τη χώρα. Οι βουλευτές και γενικότερα η τάξη των εξουσιαστών, έχει ένα σκοπό. Το σκοπό που είχε ανέκαθεν η εξουσία. Να κάνει την εξουσιαζόμενους νέους ακριβώς το ίδιο με αυτήν. Να τους φέρει στα μέτρα της, να τους κάνει σαν τα μούτρα της. Αυτό έκαναν οι παππούδες με τους πατεράδες μας, αυτό γίνεται πάντα και ίσως αυτό να κάνουν οι ίδιοι οι σημερινοί νέοι με τα παιδιά τους, όταν αποκτήσουν. Διότι έτσι είμαστε μαθημένοι. Είναι ο παραδοσιακός τρόπος να ελέγχεις το μέλλον και να μην το αφήνεις να εξελιχθεί σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες. Όταν κρατάς το αύριο σε στεγανά, το αύριο δεν έρχεται ποτέ. Και θα συνεχίσουμε να ζούμε στην ίδια μέρα για αρκετά τέρμινα, έχοντας την πλάνη πως ο χρόνος κυλάει. Θέμα σχετικότητας και του τέταρτου άξονα του χωροχρόνου…
Σήμερα, 13 Μαΐου του 2009 είναι οι φοιτητικές εκλογές. Τα παιδάκια με τα πράσινα, τα μπλε και τα κόκκινα σημαιάκια θα ξαναβγούν στη γύρα, γεμάτα πάθος για το μέλλον, χωρίς να κατανοούν ότι νικητές είναι όσοι χτίζουν το μέλλον τους μόνοι τους και όχι μέσω κάποιας ομάδας. Σήμερα, ο φανατισμός έχει μεταφερθεί στα αμφιθέατρα με το χειρότερο τρόπο από ποτέ. Σήμερα δε μετράνε οι απόψεις σου, αλλά οι γνωριμίες σου. Όχι μόνο στην κοινωνία, αλλά ακόμα και σε αυτό το λεγόμενο άσυλο των ιδεών (να το βράσω το άσυλο που απλώς διακινεί τις ιδέες του κομματικού κατεστημένου και λειτουργεί ως προθάλαμος κομματικών γραφείων). Σήμερα στα πανεπιστήμια δεν υπάρχει πολιτικοποίηση, παρά μόνο η απεχθής και άνευ όρων κομματικοποίηση. Σήμερα, οι πολιτικοί τα κατάφεραν να κάνουν τους νέους πραγματικά σαν τα μούτρα τους. Σήμερα, οι φοιτητές που θα κληθούν να ψηφίσουν, θα κάνουν μια πρόβα υποταγής. Δε διαφωνώ ότι οι εκλογές είναι η νίκη της δημοκρατίας. Στην Ελλάδα, όμως, εκλογές είναι απλώς η απόφαση για το ποιος θα καταχραστεί το δημόσιο χρήμα. Οι παρατρεχάμενοι του Γιωρίκα ή οι αντίστοιχοι παρατρεχάμενοι του Κωστίκα. Και σήμερα, στις φοιτητικές εκλογές, ο Γιωρίκας κι ο Κωστίκας θα κάνουν μια καταμέτρηση δυνάμεων για το αύριο. Το αύριο, που, κουκουλώνοντας μονίμως τη νεολαία, ποτέ δε θα αφήσουν να έρθει…

Κυριακή 10 Μαΐου 2009

ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ – ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ: Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΩΣ ΡΕΜΠΕΤΗΣ



Σαν σήμερα, 10 Μαΐου, πριν από 104 χρόνια στο συνοικισμό Σκαλί της Άνω Χώρας της Σύρου γεννήθηκε ο μεγάλος μας ρεμπέτης Μάρκος Βαμβακάρης. Η οικογένειά του ήταν μια από τις πολλές καθολικές οικογένειες στο νησί. Γι’ αυτό το λόγο, ο Βαμβακάρης θα πάρει αργότερα το παρατσούκλι «Φράγκος». Εκτός όμως από καθολική, η οικογένεια ήταν και φιλόμουση. Ο παππούς του Μάρκου έγραφε τραγούδια, ενώ ο πατέρας του έπαιζε γκάιντα.
Ο Βαμβακάρης αναγκάστηκε να μεγαλώσει πολύ γρήγορα. Για σχολείο φυσικά ούτε λόγος. Ο πατέρας του επιστρατεύεται και έτσι ο Βαμβακάρης πρέπει να δουλέψει αρχικά στη Σύρο σε ένα κλωστήριο. Η οικογένεια, όμως, ήταν φτωχή και έτσι ο Μάρκος σε ηλικία μόλις 12 ετών φεύγει από τη Σύρο και πηγαίνει στον Πειραιά. Οι γονείς του τον ακολούθησαν αργότερα. Και τι δεν έκανε εκείνη την περίοδο ο Βαμβακάρης: φορτοεκφορτωτής, γαιανθρακεργάτης, λούστρος, εφημεριδοπώλης, χασάπης, οπωροπώλης, λιμενεργάτης, εκδορέας στα σφαγεία… Στην κυριολεξία τα πάντα!
Κάπου εκεί, στον Πειραιά, ανάμεσα στο σφαγείο και τους τεκέδες άκουσε για πρώτη φορά μπουζούκι. Ήταν περίπου 20 χρονών όταν ήρθε σε επαφή με το όργανο και μαγεύτηκε. Ουσιαστικά αυτοδίδακτος. Έλα όμως που μάθαινε πολύ γρήγορα…! Και οι πενιές του είχαν από τότε μεγάλη δεξιοτεχνία. Φαινόταν ότι ήταν γεννημένος γι’ αυτό. Τότε έκανε και τον πρώτο του γάμο. Παντρεύτηκε τη Ζιγκοάλα. Ένας γάμος πάντως καθόλου ευτυχισμένος. Όπως έλεγε ο ίδιος μίσησε τη γυναίκα του όσο καμία άλλη γυναίκα στη ζωή του. Το 1925 κατατάχτηκε στο στρατό κι όταν απολύθηκε άρχισε να γράφει τραγούδια. Είχε γίνει γνωστός στους τεκέδες, πλέον. Ο Σπύρος Περιστέρης καταφέρνει να τον πείσει τελικά να μπει στα στούντιο της Odeon και να ηχογραφήσει ένα δίσκο με μπουζούκι. Κάτι πρωτάκουστο για τα ελληνικά δεδομένα, αφού το μπουζούκι θεωρούταν (και θα εξακολουθούσε να θεωρείται για πολλά ακόμα χρόνια) περιθωριακό. Ο ιστορικός εκείνος δίσκος ηχογραφήθηκε το 1933 και είχε δύο τραγούδια. Από τη μία μεριά το «Καραντουζένι» («Να ‘ρχόσουνα ρε μάγκα μου μες στον τεκέ μας») και από την άλλη ένα σόλο ζεϊμπέκικο με τον τίτλο «Αράπ». Την επόμενη χρονιά μαζί με τους επίσης μεγάλους ρεμπέτες Γιώργο Μπατή, Ανέστη Δέλια και Στράτο Παγιουμτζή συστήνει την «Τετράς την ξακουστήν του Πειραιώς». Το 1935, μάλιστα ο Βαμβακάρης ανοίγει το δικό του τεκέ στα Άσπρα Χώματα, όμως η αστυνομία, εξακολουθώντας να πολεμάει το ρεμπέτικο, δεν του δίνει άδεια να τον λειτουργήσει. Έτσι ο Βαμβακάρης επιστρέφει στη Σύρο μαζί με το Γιώργο Μπατή.
Εκεί, στο νησί του, θα εμπνευστεί το τραγούδι που θα συνοδεύει το όνομά του για πάντα. Την ξακουστή «Φραγκοσυριανή». Καλύτερα να αφήσω τον ίδιο να διηγηθεί:

«Όλος ο κόσμος της Σύρου μ' αγαπούσε πολύ, διότι κι εγώ ήμουν Συριανός και το είχαν καμάρι οι Συριανοί. Κάθε καλοκαιράκι με περίμεναν να πάω στη Σύρα να παίξω και να γλεντήσει όλη η Σύρα μαζί μου. Το 1935 πήρα μαζί μου τον Μπάτη, τον αδερφό μου τον μικρό και τον πιανίστα Ροβερτάκη και πήγα για πρώτη φορά στη Σύρο, σχεδόν είκοσι χρόνια αφότου έφυγα από το νησί Πρωτόπαιξα, λοιπόν, σ' ένα μαγαζί στην παραλία, μαζεύτηκε όλος ο κόσμος. Κάθε βράδυ γέμιζε ο κόσμος το μαγαζί κι έκατσα περίπου δύο μήνες. Εγώ, όταν έπαιζα και τραγουδούσα, κοίταζα πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα έχανα. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν..... Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα:
Μία φούντωση, μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά Λες και μου ‘χεις κάνει μάγια Φραγκοσυριανή γλυκιά...
Ούτε και ξέρω πως την λέγανε ούτε κι εκείνη ξέρει πως γι’ αυτήν μιλάει το τραγούδι. Όταν γύρισα στον Πειραιά, έγραψα τη Φραγκοσυριανή»

Από το 1937 κι έπειτα το ρεμπέτικο βρίσκεται ακόμα περισσότερο στο στόχαστρο της εξουσίας, λόγω Μεταξά. Η λογοκρισία γιγαντώνεται και ο Μάρκος αναγκάζεται να αλλάξει στίχους σε μερικά τραγούδια του. Είναι, όμως, πολύ δημοφιλής, πλέον. Έτσι αρχίζει να γράφει όλο και περισσότερα τραγούδια, να ηχογραφεί δίσκους και να δίνει συναυλίες σε όλη την Ελλάδα. Σε μια από τις συναυλίες του στη Θεσσαλονίκη μάζεψε 50.000 κόσμο στην πλατεία του Λευκού Πύργου! Καλλιτεχνικά ήταν η καλύτερη περίοδος της ζωής του. Τελικά άρχισε εμφανίσεις στο Βοτανικό, μαζί με το μεγάλο Γιάννη Παπαϊωάννου αλλά και τους Κώστα Καρίπη, Στέλιο Κερομύτη. Όμως τότε ξεκίνησε ο β’ παγκόσμιος πόλεμος. Η μάνα του και ο αδερφός του πέθαναν καθώς και πολλοί στενοί του φίλοι και συνεργάτες μουσικοί σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο ίδιος επιβιώνει, αλλά και τα επόμενα χρόνια θα είναι γι’ αυτόν δύσκολα. Τα 1942 θα κάνει τον δεύτερο γάμο του, με την Ευαγγελία. Ο γάμος ήταν ορθόδοξος και η καθολική εκκλησία τον αφόρισε (μόλις το 1966 θα του επιτρέψει πάλι τη μετάληψη). Με την Ευαγγελία αποκτάει 5 παιδιά, δύο εκ των οποίων χάθηκαν πρόωρα.
Μετά την απελευθέρωση ο Βαμβακάρης βγάζει και πάλι δίσκους οι οποίοι πουλάνε. Η άνοιξη, όμως στην προσωπική του ζωή δε θα κρατήσει για πολύ. Η δισκογραφική βιομηχανία, που ψάχνει απεγνωσμένα για νέα πρόσωπα, που να μη θυμίζουν στον κόσμο την παλιά Ελλάδα και τις (προ)πολεμικές εποχές σιγά σιγά εκτοπίζει συνθέτες όπως ο Βαμβακάρης. Ακόμα και στο ίδιο το ρεμπέτικο ο ήχος και οι μουσικοί δρόμοι αλλάζουν, γίνονται πιο ανατολίτικοι, κάτι όχι και τόσο οικείο σε έναν καθολικό Συριανό που ο πατέρας του έπαιζε γκάιντα! Σταδιακά το ίδιο το σύστημα αποβάλλει το Βαμβακάρη. Ούτε νυχτερινό μαγαζί δεν μπορεί να βρει για να τραγουδήσει. Και το 1954 έρχεται ένα ακόμα χτύπημα, που φαίνεται ότι θα είναι το τελειωτικό για την καριέρα του. Παραμορφωτική αρθρίτιδα στα δάχτυλα.
Ο εφιάλτης του επαγγελματία μπουζουξή…
Σε αυτήν την κατάσταση ο Βαμβακάρης επέστρεψε για δεύτερη φορά στο νησί του και άρχισε να τραγουδάει σε μια ταβέρνα στην Άνω Σύρο που ήταν πάντα γεμάτη από κόσμο που ήθελε να τον ακούσει. Οι συμπατριώτες του δεν τον είχαν ξεχάσει, σε αντίθεση με τις δισκογραφικές και τα νυχτερινά μαγαζιά. Ακόμα και μετά την αποκατάσταση του προβλήματος στα δάχτυλά του έπειτα από θεραπεία, ο Μάρκος θεωρείται ξεπερασμένος.
Τα πράγματα άλλαξαν, όμως, το 1959. Το άλλο ιερό τέρας του ρεμπέτικου, ο Βασίλης Τσιτσάνης (ο οποίος άθελά του, με το είδος μουσικής που έπαιζε, είχε εκτοπίσει το Βαμβακάρη), αναγνωρίζοντας την αξία του μεγάλου δημιουργού, εισηγείται στην Columbia την κυκλοφορία ενός δίσκου με παλιά και καινούρια τραγούδια του Βαμβακάρη, τραγουδισμένα από τον ίδιο το Μάρκο, αλλά και από τους Γρηγόρη Μπιθικότση, Καίτη Γκρέι, Στράτο Διονυσίου. Εκείνη την εποχή ο Τσιτσάνης ήταν στις μεγάλες του δόξες και ό,τι έλεγε ήταν νόμος για τη δισκογραφική του εταιρεία. Έτσι ο δίσκος βγαίνει και γνωρίζει επιτυχία. Ανέλπιστη για πολλούς, αλλά όχι και για τον ίδιο το Βαμβακάρη. Έτσι μέσα στη δεκαετία του ’60 ο Μάρκος έχει την ευκαιρία για αυτό που ο ίδιος ονόμασε «δεύτερη καριέρα». Πράγματι τα επόμενα χρόνια θα ξαναβρεί δουλειά σε νυχτερινά μαγαζιά και σε λαϊκά πάλκα. Τεκέδες, πλέον, ελάχιστοι υπήρχαν και έτσι ο Βαμβακάρης τραγούδησε σε μπουάτ(!) της Πλάκας, κι ακόμα στο θέατρο «Κεντρικόν», το 1966.
Στις 8 Φεβρουαρίου του 1972, ο μεγάλος μας δημιουργός διάβηκε το κατώφλι της αθανασίας…
Ο Μάρκος Βαμβακάρης άφησε πίσω του σπουδαία τραγούδια. Μια ανεκτίμητη μουσική κληρονομιά. Ο τρόπος παιξίματός του τόσο απλός, αλλά και τόσο ιδιαίτερος. Ο Βαμβακάρης δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει παίζοντας μπουζούκι. Κάθε νότα, κάθε πενιά του ήταν προσεκτικά επιλεγμένη. Το ύφος του τόσο λιτό και τόσο αυστηρό, σχεδόν σπαρτιάτικο. Κι όμως αγαπήθηκε –και δικαίως– όσο λίγοι συνθέτες. Θεωρείται η μεγαλύτερη προσωπικότητα του ρεμπέτικου. Κι αυτό γιατί εκτός από την αδιαμφισβήτητη μουσική του αξία, ο Μάρκος πάνω απ’ όλα έζησε σα ρεμπέτης.

Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ – SUMMERTIME: Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΕΝΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ

Το “Summertime” είναι ένα τραγούδι. Απλώς ένα τραγούδι; Ένα νανούρισμα για την ακρίβεια. Ένα απλό νανούρισμα; Αν είναι έτσι, δυσκολεύεται κάποιος να πιστέψει ότι ένα νανούρισμα συμπεριλήφθηκε σε περισσότερους από 50 δίσκους (με μετριοπαθείς υπολογισμούς) από την εποχή που πρωτοκυκλοφόρησε, πριν από περίπου 75 χρόνια. Και μάλιστα η ιστορία του πηγαίνει ακόμα πιο πίσω στο χρόνο.

Το μακρινό 1922, ο Ουκρανός Alexander Koshetz, συνθέτης, συγγραφέας και μουσικολόγος μεταναστεύει στις Η.Π.Α. και αποφασίζει να μείνει στη Νέα Υόρκη. Εκεί φέρνει και την ορχήστρα Ukrainian Republic Capella η οποία έχει στο ενεργητικό της σπουδαίες περιοδείες στην Ευρώπη το διάστημα 1914-1921. Η ονομασία της ορχήστρας, που τώρα πια θα ξεκινήσει περιοδείες στην Αμερική και τον Καναδά, ως το 1927, αλλάζει σε Ukranian National Chorus. Η μουσική της ορχήστρας, ουσιαστικά η παραδοσιακή μουσική της Ουκρανίας, θα κάνει αίσθηση στις Η.Π.Α. και θα γίνει η αιτία να γραφεί ένα από τα πιο πολυτραγουδισμένα άσματα της jazz και όχι μόνο.
Ο George Gershwin, πιανίστας και συνθέτης, γεννημένος στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης από γονείς Εβραίους Ρώσους μετανάστες, έτυχε να ακούσει την ορχήστρα του Koshetz κατά την παραμονή των Ουκρανών στη Νέα Υόρκη. Ο Gershwin εκτίμησε πολύ τη μουσική τους, αλλά δεν έμεινε εκεί... Την περίοδο εκείνη, εκτός από τους προσωπικούς του δίσκους, ο Gershwin έγραφε μουσική και για πολλές παραστάσεις του Broadway. Το 1935 γράφει μουσική για την όπερα "Porgy and Bess" η οποία επίσης ανέβηκε στο Broadway. Ανάμεσα στις συνθέσεις για την παράσταση αυτή γρήγορα ξεχώρισε ένα τραγούδι με τον τίτλο "Summertime" το οποίο ο Gershwin είχε ξεκινήσει να γράφει από το 1933. Προς τιμήν του, ομολογεί πως εμπνεύστηκε το τραγούδι, ακούγοντας ένα Ουκρανικό νανούρισμα, το "Oi Khodyt Son Kolo Vikon" ερμηνευμένο από την ορχήστρα Ukranian National Chorus το 1926 στη Νέα Υόρκη.

Το τραγούδι έγινε ακόμα πιο γνωστό, όμως, όταν άρχισαν οι επανεκτελέσεις του. Το 1936, αυτή που κατάλαβε, ίσως πρώτη, τη δυναμική του τραγουδιού ήταν η Billie Holiday (γνωστή και ως Lady Day, ενώ το πραγματικό της όνομα ήταν Eleanora Fagan!). Η "Lady", γεννημένη στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης ξεκίνησε να ασχολείται με το τραγούδι για να ξεφύγει από τη ζωή της πόρνης. Δυναμική και παθιασμένη φωνή, ξεκίνησε να τραγουδάει μπλουζ από τα 15 της, έγινε γρήγορα γνωστή και ήταν μόλις 21 ετών όταν τραγούδησε το Summertime για το δίσκο της "Billie's blues". Με την ερμηνεία της έδωσε την απόλυτη μπλουζ διάσταση στο τραγούδι. Δύο χρόνια αργότερα ένας ακόμα μύθος, ο τραγουδιστής και ηθοποιός Bing Crosby, με έντονες jazz καταβολές, θα κυκλοφορήσει μια επανεκτέλεση του τραγουδιού στο δίσκο του "You must have been a beautiful baby". Τα επόμενα δέκα χρόνια το τραγούδι θα γνωρίσει κι άλλες επανεκτελέσεις και το 1949, δύο ακόμα πολύ σημαντικά ονόματα της jazz θα κυκλοφορήσουν δίσκο που θα το περιλαμβάνει. Πρώτα ο σαξοφωνίστας Charlie Parker, γεννημένος στο Κάνσας, από τους ανθρώπους που διαμόρφωσαν και επηρέασαν τη jazz όσο λίγοι. Το τραγούδι συμπεριλήφθηκε στο δίσκο "I didn't know what time it was". Στη συνέχεια η τραγουδίστρια Sarah Vaughan με την αισθαντική φωνή για το δίσκο "I'm crazy to love you".

Η δυναμική του τραγουδιού, λοιπόν, παρέμεινε και μεταπολεμικά μεγάλη. Όμως, η εκτέλεση που το έκανε γνωστό σε όλο τον κόσμο ήρθε το 1957. Όταν στο στούντιο συνεργάστηκαν για τρίτη φορά ο Louis Armstrong και η Ella Fitzgerald. Ο Louis Armstrong γεννήθηκε στις 4/8/1901 στο λίκνο των μπλουζ, τη Νέα Ορλεάνη και σε ηλικία 21 ετών έπαιζε ήδη μουσική στο Σικάγο, την πρωτεύουσα της jazz εκείνη την εποχή. Μια τέλεια μουσική κληρονομιά! Αφού πειραματίστηκε με διάφορα όργανα κατέληξε να γίνει ο αρτιότερος και πιο θεαματικός τρομπετίστας που πέρασε ποτέ. Έγινε γνωστός με το παρατσούκλι Sachmo. Ήταν αναγνωρίσιμος για τα διαρκώς φουσκωμένα μάγουλα και τα γουρλωμένα του μάτια (απόρροια της τρομπέτας), όπως και για τη βραχνή του φωνή. Κι όμως κατάφερε να γίνει η μυθικότερη μορφή της jazz και να την επηρεάσει περισσότερο από οποιονδήποτε. Εκτός από αυτό κατάφερε να βάλει την jazz στο σπίτι κάθε Αμερικανού, αφού στις Η.Π.Α. εκείνη την εποχή οι (μαύροι στην πλειοψηφία τους) μουσικοί της τζαζ και του μπλουζ θεωρούνταν περιθωριακά στοιχεία. (Κάτι σαν τους Έλληνες ρεμπέτες μέχρι την εμφάνιση και την καθιέρωση του Τσιτσάνη! Οι ομοιότητες είναι πολλές και θα ασχοληθώ μια άλλη φορά...)
Από την άλλη, η ιέρεια της jazz, η Ella Fitzgerald, μια φωνή που δύσκολα θα ξαναβγεί. Γεννημένη στη Βιρτζίνια το 1917, έζησε τα παιδικά της χρόνια σε ορφανοτροφείο για μαύρα παιδιά(!) στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης, έχοντας ως μουσικά πρότυπα τον Bing Crosby και... τον Louis Armstrong! Ξεκίνησε να τραγουδάει στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης σε ηλικία 17 ετών και η βαθιά και βελούδινη φωνή της δημιούργησε γρήγορα αίσθηση. Το 1950 τραγούδησε κάποιες συνθέσεις του Gershwin, όχι όμως και το Summertime. Το 1956 και το 1957 θα εκπληρώσει το παιδικό της όνειρο και θα συνεργαστεί για δύο δίσκους με τον Louis Armstrong, όπου μαζί θα τραγουδήσουν συνθέσεις διάφορων μουσικών, μεταξύ των οποίων και ο Gershwin. Και μάλιστα την ίδια χρονιά (1957) θα μπούνε ξανά στο στούντιο για να ηχογραφήσουν τα τραγούδια της όπερας "Porgy and Bess", μεταξύ των οποίων ήταν και η καταπληκτική ερμηνεία του Summertime, πιθανότατα η καλύτερη όλων των εποχών. Το παίξιμο της τρομπέτας του Louis στην αρχή του τραγουδιού είναι ανεπανάληπτο. Το ίδιο και η φωνή της Ella, ενώ πολύ καλή είναι και η ενορχήστρωση. Τέλος, ο Armstrong με τη βραχνή φωνή του δίνει στο τραγούδι τη δική του προσωπική σφραγίδα.

Οι επανεκτελέσεις του τραγουδιού συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση, αλλά από όλες τις υπόλοιπες υπάρχει μία που αξίζει να μνημονευτεί. Δέκα χρόνια περίπου μετά την εκπληκτική εκτέλεση του Louis Armstrong, η Αμερική ζει το καλοκαίρι της αμφισβήτησης. Η ροκ έχει μπει γερά στο μουσικό παιχνίδι και τα διάσημα sex-drugs-and rock'n'roll φεστιβάλς διαδέχονται το ένα το άλλο. Η Janis Joplin είναι ήδη γνωστή στο χώρο. Εκπρόσωπος του ψυχεδελικού ροκ, ίσως η κορυφαία γυναίκα ρόκερ όλων των εποχών. Τραγουδάει περισσότερο με την ψυχή και λιγότερο με τη φωνή της. Γεννημένη στο Τέξας το 1943. Τα ακούσματά της είναι τα μπλουζ και η φολκ. Η ίδια έχει δηλώσει ότι αποφάσισε να γίνει μουσικός ακούγοντας την αφροαμερικανή τραγουδίστρια των μπλουζ Bessie Smith. Το 1968 για το δίσκο "Cheap Thrills", η Joplin θα κυκλοφορήσει την καλύτερη διασκευή όλων των εποχών! Μαζί με το συγκρότημά της, τους Big Brother and Holding Company ηχογραφούν τη ροκ εκδοχή του Summertime, αποδεικνύοντας στην πράξη πόσο στενά συνδεδεμένη είναι η ροκ με τα μπλουζ.

Τέλος αξίζει να ακούσει κανείς την εκτέλεση του 1966 από τον Billy Stewart, σε στυλ σκατ! Για όποιον δε γνωρίζει τι είναι το σκατ, αυτό είναι ένα τέλειο δείγμα.


Ένα σωρό άλλοι διάσημοι τραγουδιστές και συγκροτήματα όπως οι Doors του Jim Morrison τραγούδησαν και διασκεύασαν το Summertime. Το ερώτημα, όμως, παραμένει: τι το τόσο ιδιαίτερο υπάρχει σ' αυτό το τραγούδι; Αν το δούμε εντελώς ψυχρά, δεν είναι παρά ένα νανούρισμα, όπως χιλιάδες άλλα. Είναι όμως έτσι; Προσωπικά πιστεύω ότι το Summertime έγινε τόσο αγαπητό στον κόσμο γιατί μέσα στη μουσική του κουβαλούσε την ψυχή και τον πόνο από πολλές γενιές και τόπους. Από την ταραγμένη Ουκρανία την εποχή της επανάστασης των Μπολσεβίκων, στην Ευρώπη και από εκεί στην Αμερική. Μέσω της Νέας Υόρκης, πέρασε στα μαγικά χέρια των μαύρων μπλουζίστων και από εκεί έγινε ένας ύμνος της τζαζ. Μετατράπηκε μέσω της Joplin σε γέφυρα που ένωνε δύο κόσμους τόσο διαφορετικούς αλλά και τόσο ίδιους. Την μπλουζ με τη ροκ μουσική παράδοση. Από τη μία μεριά τα βάσανα, οι διωγμοί και η σκλαβιά των μαύρων (ο παππούς του Armstrong ήταν σκλάβος(!) και δεν είναι τυχαία η λέξη "cotton" μέσα στο τραγούδι, αφού μια βασική ασχολία των μαύρων σκλάβων ήταν η εργασία τους στις βαμβακοκαλλιέργειες του αμερικανικού νότου). Από την άλλη, μια γενιά Αμερικανών που αμφισβήτησε τα πάντα. Που ξεκινώντας από τις πολιτικο-κοινωνικές αξίες, έφτασε να εναντιωθεί ανοιχτά στον πόλεμο του Βιετνάμ. Όσοι άκουσαν το τραγούδι από την Joplin στο Woodstock συνειδητοποίησαν ότι –αν και λευκοί– έχουν μεγαλύτερη σχέση με τα νέγρικα μπλουζ, παρά με τη λευκή παραφροσύνη του Βιετνάμ. Όλα αυτά υπάρχουν τελικά μέσα σ' αυτό το τραγούδι. Και γι’ αυτό είναι, ίσως, τόσο ξεχωριστό! Από την άλλη, ίσως και να είμαι υπερβολικός ή να κάνω λάθος. Και ίσως το τραγούδι να αγαπήθηκε για την υπέροχη μουσική του, για τη μελωδική εισαγωγή του, για την υποβλητική του ατμόσφαιρα και γιατί ίσως μόνο και μόνο από τον τίτλο, φέρνει κάτι στο μυαλό του καθενός. Κάτι δικό του που το ξέρει μόνο ο ίδιος.

"SUMMERTIME" (DuBose και Dorothy Heyward, Ira Gershwin)

Summertime
and the livin' is easy
Fish are jumpin'
and the cotton is high
Oh! Your Daddy's rich
and your Ma is good lookin'
So, hush little baby,
don't you cry...
.
One of these mornin's
you're gonna rise up singin'
Then you'll spread your wings,
and you'll take to the sky
But 'till that mornin'
there's a nothin' can harm you,
with Daddy and Mammy
standin' by...