
Σαν σήμερα, 10 Μαΐου, πριν από 104 χρόνια στο συνοικισμό Σκαλί της Άνω Χώρας της Σύρου γεννήθηκε ο μεγάλος μας ρεμπέτης Μάρκος Βαμβακάρης. Η οικογένειά του ήταν μια από τις πολλές καθολικές οικογένειες στο νησί. Γι’ αυτό το λόγο, ο Βαμβακάρης θα πάρει αργότερα το παρατσούκλι «Φράγκος». Εκτός όμως από καθολική, η οικογένεια ήταν και φιλόμουση. Ο παππούς του Μάρκου έγραφε τραγούδια, ενώ ο πατέρας του έπαιζε γκάιντα.
Ο Βαμβακάρης αναγκάστηκε να μεγαλώσει πολύ γρήγορα. Για σχολείο φυσικά ούτε λόγος. Ο πατέρας του επιστρατεύεται και έτσι ο Βαμβακάρης πρέπει να δουλέψει αρχικά στη Σύρο σε ένα κλωστήριο. Η οικογένεια, όμως, ήταν φτωχή και έτσι ο Μάρκος σε ηλικία μόλις 12 ετών φεύγει από τη Σύρο και πηγαίνει στον Πειραιά. Οι γονείς του τον ακολούθησαν αργότερα. Και τι δεν έκανε εκείνη την περίοδο ο Βαμβακάρης: φορτοεκφορτωτής, γαιανθρακεργάτης, λούστρος, εφημεριδοπώλης, χασάπης, οπωροπώλης, λιμενεργάτης, εκδορέας στα σφαγεία… Στην κυριολεξία τα πάντα!
Κάπου εκεί, στον Πειραιά, ανάμεσα στο σφαγείο και τους τεκέδες άκουσε για πρώτη φορά μπουζούκι. Ήταν περίπου 20 χρονών όταν ήρθε σε επαφή με το όργανο και μαγεύτηκε. Ουσιαστικά αυτοδίδακτος. Έλα όμως που μάθαινε πολύ γρήγορα…! Και οι πενιές του είχαν από τότε μεγάλη δεξιοτεχνία. Φαινόταν ότι ήταν γεννημένος γι’ αυτό. Τότε έκανε και τον πρώτο του γάμο. Παντρεύτηκε τη Ζιγκοάλα. Ένας γάμος πάντως καθόλου ευτυχισμένος. Όπως έλεγε ο ίδιος μίσησε τη γυναίκα του όσο καμία άλλη γυναίκα στη ζωή του. Το 1925 κατατάχτηκε στο στρατό κι όταν απολύθηκε άρχισε να γράφει τραγούδια. Είχε γίνει γνωστός στους τεκέδες, πλέον. Ο Σπύρος Περιστέρης καταφέρνει να τον πείσει τελικά να μπει στα στούντιο της Odeon και να ηχογραφήσει ένα δίσκο με μπουζούκι. Κάτι πρωτάκουστο για τα ελληνικά δεδομένα, αφού το μπουζούκι θεωρούταν (και θα εξακολουθούσε να θεωρείται για πολλά ακόμα χρόνια) περιθωριακό. Ο ιστορικός εκείνος δίσκος ηχογραφήθηκε το 1933 και είχε δύο τραγούδια. Από τη μία μεριά το «Καραντουζένι» («Να ‘ρχόσουνα ρε μάγκα μου μες στον τεκέ μας») και από την άλλη ένα σόλο ζεϊμπέκικο με τον τίτλο «Αράπ». Την επόμενη χρονιά μαζί με τους επίσης μεγάλους ρεμπέτες Γιώργο Μπατή, Ανέστη Δέλια και Στράτο Παγιουμτζή συστήνει την «Τετράς την ξακουστήν του Πειραιώς». Το 1935, μάλιστα ο Βαμβακάρης ανοίγει το δικό του τεκέ στα Άσπρα Χώματα, όμως η αστυνομία, εξακολουθώντας να πολεμάει το ρεμπέτικο, δεν του δίνει άδεια να τον λειτουργήσει. Έτσι ο Βαμβακάρης επιστρέφει στη Σύρο μαζί με το Γιώργο Μπατή.
Εκεί, στο νησί του, θα εμπνευστεί το τραγούδι που θα συνοδεύει το όνομά του για πάντα. Την ξακουστή «Φραγκοσυριανή». Καλύτερα να αφήσω τον ίδιο να διηγηθεί:
Ο Βαμβακάρης αναγκάστηκε να μεγαλώσει πολύ γρήγορα. Για σχολείο φυσικά ούτε λόγος. Ο πατέρας του επιστρατεύεται και έτσι ο Βαμβακάρης πρέπει να δουλέψει αρχικά στη Σύρο σε ένα κλωστήριο. Η οικογένεια, όμως, ήταν φτωχή και έτσι ο Μάρκος σε ηλικία μόλις 12 ετών φεύγει από τη Σύρο και πηγαίνει στον Πειραιά. Οι γονείς του τον ακολούθησαν αργότερα. Και τι δεν έκανε εκείνη την περίοδο ο Βαμβακάρης: φορτοεκφορτωτής, γαιανθρακεργάτης, λούστρος, εφημεριδοπώλης, χασάπης, οπωροπώλης, λιμενεργάτης, εκδορέας στα σφαγεία… Στην κυριολεξία τα πάντα!
Κάπου εκεί, στον Πειραιά, ανάμεσα στο σφαγείο και τους τεκέδες άκουσε για πρώτη φορά μπουζούκι. Ήταν περίπου 20 χρονών όταν ήρθε σε επαφή με το όργανο και μαγεύτηκε. Ουσιαστικά αυτοδίδακτος. Έλα όμως που μάθαινε πολύ γρήγορα…! Και οι πενιές του είχαν από τότε μεγάλη δεξιοτεχνία. Φαινόταν ότι ήταν γεννημένος γι’ αυτό. Τότε έκανε και τον πρώτο του γάμο. Παντρεύτηκε τη Ζιγκοάλα. Ένας γάμος πάντως καθόλου ευτυχισμένος. Όπως έλεγε ο ίδιος μίσησε τη γυναίκα του όσο καμία άλλη γυναίκα στη ζωή του. Το 1925 κατατάχτηκε στο στρατό κι όταν απολύθηκε άρχισε να γράφει τραγούδια. Είχε γίνει γνωστός στους τεκέδες, πλέον. Ο Σπύρος Περιστέρης καταφέρνει να τον πείσει τελικά να μπει στα στούντιο της Odeon και να ηχογραφήσει ένα δίσκο με μπουζούκι. Κάτι πρωτάκουστο για τα ελληνικά δεδομένα, αφού το μπουζούκι θεωρούταν (και θα εξακολουθούσε να θεωρείται για πολλά ακόμα χρόνια) περιθωριακό. Ο ιστορικός εκείνος δίσκος ηχογραφήθηκε το 1933 και είχε δύο τραγούδια. Από τη μία μεριά το «Καραντουζένι» («Να ‘ρχόσουνα ρε μάγκα μου μες στον τεκέ μας») και από την άλλη ένα σόλο ζεϊμπέκικο με τον τίτλο «Αράπ». Την επόμενη χρονιά μαζί με τους επίσης μεγάλους ρεμπέτες Γιώργο Μπατή, Ανέστη Δέλια και Στράτο Παγιουμτζή συστήνει την «Τετράς την ξακουστήν του Πειραιώς». Το 1935, μάλιστα ο Βαμβακάρης ανοίγει το δικό του τεκέ στα Άσπρα Χώματα, όμως η αστυνομία, εξακολουθώντας να πολεμάει το ρεμπέτικο, δεν του δίνει άδεια να τον λειτουργήσει. Έτσι ο Βαμβακάρης επιστρέφει στη Σύρο μαζί με το Γιώργο Μπατή.
Εκεί, στο νησί του, θα εμπνευστεί το τραγούδι που θα συνοδεύει το όνομά του για πάντα. Την ξακουστή «Φραγκοσυριανή». Καλύτερα να αφήσω τον ίδιο να διηγηθεί:
«Όλος ο κόσμος της Σύρου μ' αγαπούσε πολύ, διότι κι εγώ ήμουν Συριανός και το είχαν καμάρι οι Συριανοί. Κάθε καλοκαιράκι με περίμεναν να πάω στη Σύρα να παίξω και να γλεντήσει όλη η Σύρα μαζί μου. Το 1935 πήρα μαζί μου τον Μπάτη, τον αδερφό μου τον μικρό και τον πιανίστα Ροβερτάκη και πήγα για πρώτη φορά στη Σύρο, σχεδόν είκοσι χρόνια αφότου έφυγα από το νησί Πρωτόπαιξα, λοιπόν, σ' ένα μαγαζί στην παραλία, μαζεύτηκε όλος ο κόσμος. Κάθε βράδυ γέμιζε ο κόσμος το μαγαζί κι έκατσα περίπου δύο μήνες. Εγώ, όταν έπαιζα και τραγουδούσα, κοίταζα πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα έχανα. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν..... Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα:
Μία φούντωση, μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά Λες και μου ‘χεις κάνει μάγια Φραγκοσυριανή γλυκιά...
Ούτε και ξέρω πως την λέγανε ούτε κι εκείνη ξέρει πως γι’ αυτήν μιλάει το τραγούδι. Όταν γύρισα στον Πειραιά, έγραψα τη Φραγκοσυριανή»
Από το 1937 κι έπειτα το ρεμπέτικο βρίσκεται ακόμα περισσότερο στο στόχαστρο της εξουσίας, λόγω Μεταξά. Η λογοκρισία γιγαντώνεται και ο Μάρκος αναγκάζεται να αλλάξει στίχους σε μερικά τραγούδια του. Είναι, όμως, πολύ δημοφιλής, πλέον. Έτσι αρχίζει να γράφει όλο και περισσότερα τραγούδια, να ηχογραφεί δίσκους και να δίνει συναυλίες σε όλη την Ελλάδα. Σε μια από τις συναυλίες του στη Θεσσαλονίκη μάζεψε 50.000 κόσμο στην πλατεία του Λευκού Πύργου! Καλλιτεχνικά ήταν η καλύτερη περίοδος της ζωής του. Τελικά άρχισε εμφανίσεις στο Βοτανικό, μαζί με το μεγάλο Γιάννη Παπαϊωάννου αλλά και τους Κώστα Καρίπη, Στέλιο Κερομύτη. Όμως τότε ξεκίνησε ο β’ παγκόσμιος πόλεμος. Η μάνα του και ο αδερφός του πέθαναν καθώς και πολλοί στενοί του φίλοι και συνεργάτες μουσικοί σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο ίδιος επιβιώνει, αλλά και τα επόμενα χρόνια θα είναι γι’ αυτόν δύσκολα. Τα 1942 θα κάνει τον δεύτερο γάμο του, με την Ευαγγελία. Ο γάμος ήταν ορθόδοξος και η καθολική εκκλησία τον αφόρισε (μόλις το 1966 θα του επιτρέψει πάλι τη μετάληψη). Με την Ευαγγελία αποκτάει 5 παιδιά, δύο εκ των οποίων χάθηκαν πρόωρα.
Μετά την απελευθέρωση ο Βαμβακάρης βγάζει και πάλι δίσκους οι οποίοι πουλάνε. Η άνοιξη, όμως στην προσωπική του ζωή δε θα κρατήσει για πολύ. Η δισκογραφική βιομηχανία, που ψάχνει απεγνωσμένα για νέα πρόσωπα, που να μη θυμίζουν στον κόσμο την παλιά Ελλάδα και τις (προ)πολεμικές εποχές σιγά σιγά εκτοπίζει συνθέτες όπως ο Βαμβακάρης. Ακόμα και στο ίδιο το ρεμπέτικο ο ήχος και οι μουσικοί δρόμοι αλλάζουν, γίνονται πιο ανατολίτικοι, κάτι όχι και τόσο οικείο σε έναν καθολικό Συριανό που ο πατέρας του έπαιζε γκάιντα! Σταδιακά το ίδιο το σύστημα αποβάλλει το Βαμβακάρη. Ούτε νυχτερινό μαγαζί δεν μπορεί να βρει για να τραγουδήσει. Και το 1954 έρχεται ένα ακόμα χτύπημα, που φαίνεται ότι θα είναι το τελειωτικό για την καριέρα του. Παραμορφωτική αρθρίτιδα στα δάχτυλα.

Σε αυτήν την κατάσταση ο Βαμβακάρης επέστρεψε για δεύτερη φορά στο νησί του και άρχισε να τραγουδάει σε μια ταβέρνα στην Άνω Σύρο που ήταν πάντα γεμάτη από κόσμο που ήθελε να τον ακούσει. Οι συμπατριώτες του δεν τον είχαν ξεχάσει, σε αντίθεση με τις δισκογραφικές και τα νυχτερινά μαγαζιά. Ακόμα και μετά την αποκατάσταση του προβλήματος στα δάχτυλά του έπειτα από θεραπεία, ο Μάρκος θεωρείται ξεπερασμένος.
Τα πράγματα άλλαξαν, όμως, το 1959. Το άλλο ιερό τέρας του ρεμπέτικου, ο Βασίλης Τσιτσάνης (ο οποίος άθελά του, με το είδος μουσικής που έπαιζε, είχε εκτοπίσει το Βαμβακάρη), αναγνωρίζοντας την αξία του μεγάλου δημιουργού, εισηγείται στην Columbia την κυκλοφορία ενός δίσκου με παλιά και καινούρια τραγούδια του Βαμβακάρη, τραγουδισμένα από τον ίδιο το Μάρκο, αλλά και από τους Γρηγόρη Μπιθικότση, Καίτη Γκρέι, Στράτο Διονυσίου. Εκείνη την εποχή ο Τσιτσάνης ήταν στις μεγάλες του δόξες και ό,τι έλεγε ήταν νόμος για τη δισκογραφική του εταιρεία. Έτσι ο δίσκος βγαίνει και γνωρίζει επιτυχία. Ανέλπιστη για πολλούς, αλλά όχι και για τον ίδιο το Βαμβακάρη. Έτσι μέσα στη δεκαετία του ’60 ο Μάρκος έχει την ευκαιρία για αυτό που ο ίδιος ονόμασε «δεύτερη καριέρα». Πράγματι τα επόμενα χρόνια θα ξαναβρεί δουλειά σε νυχτερινά μαγαζιά και σε λαϊκά πάλκα. Τεκέδες, πλέον, ελάχιστοι υπήρχαν και έτσι ο Βαμβακάρης τραγούδησε σε μπουάτ(!) της Πλάκας, κι ακόμα στο θέατρο «Κεντρικόν», το 1966.
Στις 8 Φεβρουαρίου του 1972, ο μεγάλος μας δημιουργός διάβηκε το κατώφλι της αθανασίας…
Ο Μάρκος Βαμβακάρης άφησε πίσω του σπουδαία τραγούδια. Μια ανεκτίμητη μουσική κληρονομιά. Ο τρόπος παιξίματός του τόσο απλός, αλλά και τόσο ιδιαίτερος. Ο Βαμβακάρης δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει παίζοντας μπουζούκι. Κάθε νότα, κάθε πενιά του ήταν προσεκτικά επιλεγμένη. Το ύφος του τόσο λιτό και τόσο αυστηρό, σχεδόν σπαρτιάτικο. Κι όμως αγαπήθηκε –και δικαίως– όσο λίγοι συνθέτες. Θεωρείται η μεγαλύτερη προσωπικότητα του ρεμπέτικου. Κι αυτό γιατί εκτός από την αδιαμφισβήτητη μουσική του αξία, ο Μάρκος πάνω απ’ όλα έζησε σα ρεμπέτης.
Τα πράγματα άλλαξαν, όμως, το 1959. Το άλλο ιερό τέρας του ρεμπέτικου, ο Βασίλης Τσιτσάνης (ο οποίος άθελά του, με το είδος μουσικής που έπαιζε, είχε εκτοπίσει το Βαμβακάρη), αναγνωρίζοντας την αξία του μεγάλου δημιουργού, εισηγείται στην Columbia την κυκλοφορία ενός δίσκου με παλιά και καινούρια τραγούδια του Βαμβακάρη, τραγουδισμένα από τον ίδιο το Μάρκο, αλλά και από τους Γρηγόρη Μπιθικότση, Καίτη Γκρέι, Στράτο Διονυσίου. Εκείνη την εποχή ο Τσιτσάνης ήταν στις μεγάλες του δόξες και ό,τι έλεγε ήταν νόμος για τη δισκογραφική του εταιρεία. Έτσι ο δίσκος βγαίνει και γνωρίζει επιτυχία. Ανέλπιστη για πολλούς, αλλά όχι και για τον ίδιο το Βαμβακάρη. Έτσι μέσα στη δεκαετία του ’60 ο Μάρκος έχει την ευκαιρία για αυτό που ο ίδιος ονόμασε «δεύτερη καριέρα». Πράγματι τα επόμενα χρόνια θα ξαναβρεί δουλειά σε νυχτερινά μαγαζιά και σε λαϊκά πάλκα. Τεκέδες, πλέον, ελάχιστοι υπήρχαν και έτσι ο Βαμβακάρης τραγούδησε σε μπουάτ(!) της Πλάκας, κι ακόμα στο θέατρο «Κεντρικόν», το 1966.
Στις 8 Φεβρουαρίου του 1972, ο μεγάλος μας δημιουργός διάβηκε το κατώφλι της αθανασίας…
Ο Μάρκος Βαμβακάρης άφησε πίσω του σπουδαία τραγούδια. Μια ανεκτίμητη μουσική κληρονομιά. Ο τρόπος παιξίματός του τόσο απλός, αλλά και τόσο ιδιαίτερος. Ο Βαμβακάρης δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει παίζοντας μπουζούκι. Κάθε νότα, κάθε πενιά του ήταν προσεκτικά επιλεγμένη. Το ύφος του τόσο λιτό και τόσο αυστηρό, σχεδόν σπαρτιάτικο. Κι όμως αγαπήθηκε –και δικαίως– όσο λίγοι συνθέτες. Θεωρείται η μεγαλύτερη προσωπικότητα του ρεμπέτικου. Κι αυτό γιατί εκτός από την αδιαμφισβήτητη μουσική του αξία, ο Μάρκος πάνω απ’ όλα έζησε σα ρεμπέτης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου